{Διαβάστηκε στην Έ Συνεδρία, στις 10/11/07 στο Β Συνέδριο «Δρόμοι της νεολαίας» (Από τα δεκαετία του ’60 ως τη μεταπολίτευση), στο Ίδρυμα «Ανδρέας Λεντάκης».
Συμμετείχαν:Β.Βασιλικός-Ν.Κωνσταντόπουλος-Ν.Μαυρουδής-
Χ.Μπότσογλου-Μ.Παπαγιαννάκης}
Στην πραγματικότητα δεν ξέρω από το μακρινό (ή κοντινό;) ’60 με τι μέσον ταξιδέψαμε επί μισόν παρακαλώ αιώνα… Με κάρο; με ποδήλατο; με πλοίο της γραμμής; με τρένο; με αυτοκίνητο; Πάντως, αυτό το τελευταίο το βλέπω καθημερινά να συνωστίζεται μαζί με χιλιάδες άλλα, κι ομολογώ πως δεν έχω πειστεί ακόμα για την αποτελεσματικότητά του. Όλα αυτά που τρέχουν έξω, μέσα στην πόλη, κι εγώ μαζί με τις υπόλοιπες χιλιάδες, πάμε αργά, δίχως αποτέλεσμα, δυσχεραίνοντας τη ζωή μας…
Οι εκδρομείς του ’60 διήνυσαν μια μεγάλη απόσταση πενήντα χρόνων, ασθμαίνοντας, γιατί ενώ υπολόγιζαν πως η διαδρομή θα οδηγούσε σε βελτιωμένες συνθήκες ζωής (θυμάστε εκείνο το σύνθημα περί «ποιότητας ζωής»;), συνειδητοποίησαν πως κάποιο λάθος έγινε στην πορεία. Ίσως επειδή έψαχναν το πιο γρήγορο μέσον, για να φτάσουν πού; Η τεχνολογία μας έδωσε γρήγορα αυτοκίνητα και μας κορόιδεψε, γιατί εμείς, οι εκδρομείς, κατανοήσαμε (αργά πρέπει να πω) πως σημασία δεν έχει το μέσον, αλλά ο δρόμος. Να είναι ελεύθερος, βατός, ομαλός, χωρίς εμπόδια. Τέτοιος δρόμος όμως δεν υπάρχει ακόμα.
Ο δρόμος που περπάτησαν οι μουσικοί του ‘60 έδωσε το στίγμα της εποχής. Βρέθηκαν σε ένα ευνοϊκό κλίμα (συγκυρία) που τους έσπρωξε να φτιάξουν τοπίο μαγευτικό και τόσο επικοινωνιακό, που όμοιό του δεν ξανάγινε. Τόσο έξω, όσο και μέσα στη χώρα, οι συνθήκες ήταν τέτοιες που θαρρείς και ένα μεγάλο …τσουνάμι τούς έσπρωξε για να μεγαλουργήσουν. Από τη μια οι ιστορικές οντότητες του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, αλλά και οι σύγχρονοί τους και λίγο πίσω (στο χρόνο) ο Γιαννίδης, ο Σουγιούλ, ο Αττίκ, για όποιον αναζητούσε τέτοιες αισθήσεις. Και οι άλλοι, οι γνήσιοι μάγκες της ζωής και της απελπισίας, οι παλαιοί ρεμπέτες που ταρακούνησαν την ψυχούλα με ακατέργαστες αλήθειες και ερωτικά τρυφερά παράπονα σαν τα παραμύθια της γιαγιάς… Και εκεί, στο βάθος, οι Μικρασιατικοί σπαραγμοί ενός θρήνου, αποτέλεσμα μιας πικρής και ματωμένης ιστορίας. Μαζί με τα Δημοτικά μας τραγούδια στοιχειοθέτησαν μια εθνική κουλτούρα, δημιουργώντας μια απίστευτα μεγάλη δεξαμενή ιστορίας, που ήταν η πιο στέρεη βάση, η πηγή για να πάρει κάποιος νερό και να πιει!
Όλα αυτά τα παμπάλαια όμως είναι του ’60; Όχι όλα βρε αδερφέ, αλλά, αλήθεια, πόσο απέχουν από εκείνη τη χρονική στιγμή, αφού ήταν τα θεμέλια στα οποία στηριχτήκαμε οι περισσότεροι; Αφού όλοι γνωρίζουμε πως, κατά βάθος, η μνήμη είναι αυτή που αναζητά ένα όχημα για να μεταφερθείς σε ατραπούς του χρόνου που κινητοποιούν τη συνείδηση. Και επί πλέον, οι μουσικοί του ’60 ήταν αυτοί που διερεύνησαν τους ποιητικούς θησαυρούς της εποχής (βλέπε Θεοδωράκης –Χατζιδάκις και όχι μόνο…) φτιάχνοντας μίγμα
εκρηκτικά δημιουργικό, ικανό να ζηλέψει η Ευρώπη ολόκληρη για μια τέτοια διαμορφωμένη κουλτούρα, σε επίπεδο μάζας. Και το έργο του Καβάφη, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Γκάτσου, του Λειβαδίτη, του Σικελιανού, του Κατσαρού, ήρθε στο φως για να υπογραμμίσει πως ο ποιητικός λόγος θέλει χώρο και ευκαιρίες μέσα στην αγορά των πνευματικών προϊόντων για να αναδειχτεί και να δηλώσει παρουσία και οντότητα. Το ίδιο και οι λογοτέχνες, οι συγγραφείς, οι θεατράνθρωποι και οι ζωγράφοι. Ένας γοητευτικός κόσμος συγκεντρωμένος σ’ αυτή τη χώρα. Έξω, τα κινήματα, μας έδειχναν τους καρπούς μιας προσπάθειας αντίδρασης στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς πάσας απόχρωσης και το ροκ, μαζί με τις αντιμιλιταριστικές μπαλάντες του Γκούντι Γκάθρι, του Ντύλαν, του Ντόνοβαν, της Μπάεζ, των Γερμανών, Σέρβων, Πολωνών αλλά και Λατινοαμερικάνων και λοιπών πολλών εθνοτήτων, μας έδειχναν πως οι εκδρομείς του ’60 είχαν φτιάξει γέφυρες επικοινωνίας στέρεες, με καλά θεμέλια, που είχαν ως ζητούμενο την συνοχή και την προσεκτική παρατήρηση των κινημάτων, των συγκρούσεων, καθώς και των αιτημάτων της παγκόσμιας κοινότητας, τόσο σε επίπεδο ανταγωνισμού των κρατών, όσο και των πολιτισμικών τους εξελίξεων. Γι αυτό και δημιουργήθηκε ένα στέρεο πολιτικό τραγούδι που συνδέθηκε με θαυμαστό τρόπο με τον κόσμο.
Ίσως να φαίνεται περιττή και κουραστική μια τέτοια παρατήρηση, αλλά είναι η έλλειψή της, η απουσία της αυτή που κούρασε εύκολα τα πνευματικά κινήματα και τους μοναχικούς εκδρομείς του ’60. Άλλοι το λένε «απώλεια μνήμης», ή λωτοφαγία…
Θα πρέπει να κατατεθεί εδώ πως οι εκδρομείς του ’60 στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού που επικεντρώνεται η παρέμβασή μου, δεν ορίζεται σε καμία περίπτωση από μια ενιαία πολιτική οπτική. Ένας κόσμος (αυτός της Μουσικής) που –στην πλειοψηφία του-αισθάνθηκε τις λογικές «υποχρεώσεις» απέναντι σε ένα κοινωνικό κίνημα που μετά τον εμφύλιο και τα προεόρτια της δικτατορίας της στρατιωτικής Χούντας, δημιουργήθηκε και λειτούργησε, θα έλεγα πρωτίστως με το ένστικτο, ακολουθώντας έως έναν βαθμό κάποιες πρωτοπορίες που προέρχονταν από τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της εποχής. Ο μεγάλος στόχος ήταν να καλυφθούν οι ανάγκες που προκαλούνται από την ανελευθερία και τη στέρηση των ατομικών δικαιωμάτων. Θαρρείς και ένας μονόδρομος χαραζόταν, όπου εκεί θα βάδιζαν όλοι οι μουσικοί και όλοι οι εν ενεργεία καλλιτέχνες. Συλλογική συνείδηση πως, οι Τέχνες (και ασφαλώς η Μουσική) δεν είχαν άλλον στόχο και μέλημα, παρά μόνο την ελευθερία σκέψης και έκφρασης, καθώς και την πτώση, της τότε σκληρής, έως φασιστικής δεξιάς. Και δικαίως, διότι όλα έδειχναν μαύρα και άραχνα και η λύση ήταν το πέρασμα σε μια υγιή δημοκρατία, ή έστω, σε μια Δημοκρατία. Και εγένετο! Η μεταπολίτευση ήρθε όπως ήρθε, και οι εμπειρίες ξανάρχισαν…
Εν συντομία, ίσως αυτό να είναι το τοπίο που περιέβαλε τους συνθέτες –εκδρομείς του ’60. Ένα δύσμορφο τοπίο εποχής με δημιουργούς όμως που δεν μπορούσε να διανοηθεί κανείς ότι θα υπήρχαν. Ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις, να φωτίζουν αυτό το τοπίο και εμείς να παίρνουμε απ’ αυτό το φως! Εκεί, μέσα σ’ αυτά τα χρόνια, ξεπηδάει και το νεφελώδες Νέο Κύμα, οι νεότεροι (τότε) εκδρομείς του ’60. Μέσα σ’ αυτούς κι εγώ. Μέσα σε ένα αντιφατικό αισθητικό περιβάλλον (ας αναλογιστούμε δίπλα σε τραγούδια και πρόσωπα-«σταθμούς», πόσα παρακμιακά τραγούδια και πρόσωπα συνυπήρχαν). Με τις μπουάτ στις δόξες τους και τον απαράμιλλο νέο-λυρισμό να κατακτά καρδιές και φιλοπρόοδες προθέσεις, με καθημερινά τραγούδια να εκτοξεύονται ως βραδυφλεγείς βόμβες με διάρκεια στην ψυχή και το όνειρο, με ένα μίγμα ερωτισμού και διεκδίκησης ιδανικών, με την παλαιά τεχνολογία στη διάθεσή μας να δημιουργήσουμε ως φετίχ τα δισκάκια βινυλίου και να γίνονται οι καλύτεροι φίλοι μας. Με το μεγάλο (τότε) Σχολειό της (τότε) Αριστεράς να βοηθά τις σκέψεις και τα οράματα. Ένας ολόκληρος κόσμος που αναζήτησε τους δημιουργούς και τα έργα τους προσπαθώντας να επικοινωνήσει, να φτιάξει κοινό όνειρο, να επανατοποθετήσει τη ζωή του μέσα από τον αγώνα για πολιτισμό και ουσία.
Είναι πολλές φορές που με τη σκέψη της ζωής του ’60, θαρρείς και μπερδεύω τον χρόνο που κάνει τα δικά του παιχνίδια… Δεν είναι δυνατόν το παρελθόν μου και το παρόν μου να είναι τόσο μακριά και τόσο κοντά συγχρόνως! Μισός αιώνας ζωής είναι ένα μεγάλο κομμάτι χρόνου, που όμως έχει δεθεί τόσο πολύ με την τωρινή ζωή που με περιβάλει, που -πολλές φορές- νοιώθω πως με αναζωογονεί! Με εκθέτει όμως στον περίγυρο ως παλαιομοδίτη που, θαρρείς και εξηγεί (ερμηνεύει) τη σημερινή ζωή και την διαμόρφωση των πραγμάτων, σύμφωνα με τις λογικές εκείνης της δεκαετίας. Για παράδειγμα μου αρέσει ένα αντικείμενο, ένα έργο τέχνης, και αντιλαμβάνομαι πως η ρίζα της κριτικής μου σκέψης διέπεται από το πνεύμα και τα δεδομένα μιας αισθητικής και –επί πλέον- ενός ήθους (!!!) εκείνης της μακρινής (ή κοντινής, είπαμε) περιόδου.
Υπερβολές; Δε νομίζω. Η ζωή τα κάνει συχνά αυτά τα παιχνίδια. Ντύνεσαι –για παράδειγμα- με το ένδυμα το σημερινό, χρησιμοποιείς τα άφθονα μέσα που υπάρχουν, συμφιλιώνεσαι με τις συνθήκες, προσαρμόζεσαι στην ύλη και το πνεύμα της εποχής μας, υποτάσσεσαι στη δύναμη των ΜΜΕ, αγγίζεις και αγγίζεσαι από το δημοκρατικό και φιλελεύθερο σύστημα εξουσίας, προσποιείσαι πως είσαι μακριά από τις μικρομεσαίες αντιλήψεις, προετοιμάζεσαι για το υβριδικό 4Χ4 (οικολόγος γαρ), ανοίγεσαι στη γοητεία των νέων τεχνολογιών, καταναλώνεις βουλιμικά τα υλικά αγαθά της αγοράς, ψελλίζεις κάτι τις για τις ιδεολογίες και για την «ελευθερία της έκφρασης», είσαι ασφαλώς αντιΜπουσικός όπως και αντιΠουτινικός, είσαι υπέρ των δασών και εναντίον των εμπρηστών, ναι, υποστηρίζεις ασφαλώς κάποιο κόμμα και παράλληλα την ομάδα σου
(που –αυτή η τελευταία- κάνει να χαμογελάσει το χειλάκι σου), όλα αυτά (και άλλα πολλά) δίχως να ξεχνάω την τηλεοπτική βία, την
κρατική βία, την κομματική υπεροψία, την ανούσια αισθητική του μόντελιγκ, καταναλώνεις σκουπιδοτράγουδα της αισθητικής της νυχτερινής πίστας που δοξάζει τους ελληνάρες, και γενικώς ό,τι άλλο μας βολοδέρνει.
Εγώ εκεί, ως ένας αμετανόητος των εκδρομέων του ’60, που απόλαυσε ανθρώπινες επαφές, μύρισε το χώμα και το βασιλικό στις αυλές, ζήτησε λίγη ζάχαρη από τη γειτόνισσα και αγόραζε βερεσέ από τον μπακάλη. Ένιωσε την ανάσα να κόβεται με την Μπριζίτ Μπαρντό και χάζεψε τον Καραγκιόζη με τα Κολλητήρια, την αγωνία με τους καουμπόηδες πιστολέρο στα αμερικανικά και ιταλικά Γουέστερν και τους γοητευτικούς Ιταλούς σκηνοθέτες, μάστορες της νεορεαλιστικής ατμόσφαιρας στον κινηματογράφο, βίωσε και προσάρμοσε την δημιουργική του ενέργεια στις μπουάτ της Πλάκας και σε τρεμάμενα κεράκια αντιλαμβανόμενος έτσι τις επικοινωνίες. Σας διαβεβαιώνω πως η δεκαετία τού ’60 έχει τις δικές της μυρωδιές που κρατάνε ποιος ξέρει πόσες δεκαετίες…
Τώρα, μετά τα 60 χρόνια ζωής, ακουμπάω ακόμα στις μνήμες που με ζεσταίνουν και με κινητοποιούν. Αυτές είναι οι πηγές μου και από αυτές πίνω νερό που θα με ξεδιψάσει, παρ’ όλες τις αντιθέσεις και αντιφάσεις που προφανώς υπήρξαν.
Παρ’ όλα αυτά, η κουλτούρα του ’60 και οι πρωταγωνιστές της, οι εκδρομείς, δεν κατάφεραν τελικά να δημιουργήσουν τέτοια πολιτική και δυναμική μαγιά που θα εμπόδιζε την σκοτεινή εξέλιξη, φτάνοντας στις μέρες μας στην απόλυτη υποταγή ενός πολιτισμού, εκτεθειμένου στην αγοραία αλυσίδα του τυφλού κέρδους της μαζικής κατανάλωσης, που διευρύνει ακόμα περισσότερο τις αντιθέσεις. Τραγούδια τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής χαβαλέ αισθητικής, έχουν κατακλύσει κάθε γωνιά της επικράτειας. Από το Διδυμότειχο ως τα Ζωνιανά, η απόσταση πλημμύρισε με ήχους της ντροπής και στιχάκια σχιζοφρένειας! Η τζάμπα μαγκιά επικράτησε ως ο εθνικός ήχος άπασας της επικράτειας, εκφράζοντας την απεραντοσύνη του τσιμέντου, και της ιδεολογίας της απαλλοτρίωσης.
Όμως οι μοναχικές παρουσίες συνθετών δεν λείπουν και ο κόσμος που επιμένει να αναζητά καλή μουσική, είναι σίγουρο πως θα βρει έργα αισθητικής αξίας, γιατί το τραγούδι υπάρχει και για να βεβαιωνόμαστε πως δεν ζούμε στην κόλαση. Συντηρεί ακόμα τη μαγεία του σε όσους μπορούν να συνεχίζουν να το ανακαλύπτουν μέσα από το διαφορετικό τοπίο της σημερινής συγκυρίας.
Οι εκδρομείς του 2000 έχουν ήδη προστεθεί σε εκείνους του 60’, του ’70, του ’80, του ’90, αναζητώντας όπως όλοι, συνθήκες και ιδανικά ώστε να βάλουμε το κάρο πίσω από το μουλάρι και όχι αντίθετα. Ίσως έτσι να περπατήσουμε τους πάντα δύσκολους δρόμους της ζωής…
Νότης Μαυρουδής
(4/11/07)

