Προσωπικές απόψεις

Επιστήμη και Μουσική

(ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΜΦΙΔΡΟΜΕΣ)

Στο ένθετο της Καθημερινής (4/10/2009) διάβασα όχι με πολύ έκπληξη πως «Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τη φαντασία τους συνεχώς. Για ν’ ανοίξεις ένα παράθυρο, πρέπει να φανταστείς τι βρίσκεται από εκεί και πέρα, πώς αλλιώς θα το ανοίξεις;»

Η φράση είναι του Βασίλη Κολιάτσου, ενός εκ των πρωτοπόρων ερευνητών που ασχολείται με την κατανόηση των βλαβών του νευρικού συστήματος.

Ένοιωσα αμέσως πως η φράση αυτή αφορά άμεσα και τους μουσικούς. Η φαντασία στην υπηρεσία της μουσικής! Τι πιο φυσικό; Ουδείς θα διαφωνούσε. Έχει συνδυαστεί απερίσπαστα η μουσική (καθώς και όλες οι άλλες τέχνες) με τη φαντασία. Αναφερόμενος αποκλειστικά στη μουσική, θα έλεγα πως πρωτίστως είναι η τέχνη της μνήμης και της φαντασίας, παρ’ όλο που μεγάλη μερίδα θεωρητικών αντιτάσσουν πως είναι (η μουσική) η επιστήμη των ήχων και οι ακόμα πιο …τολμηροί αντιτείνουν σε αυτά πως είναι το άθροισμα ενός μαθηματικού υπολογισμού, όσο και αν αυτό δεν φαίνεται σε πρώτη όψη…

Πλήθος από απόψεις που η μία μπορεί να απορρίψει την άλλη, ανάλογα από το πρίσμα που μπορούμε και βλέπουμε. Όντως. Η μουσική, επειδή σε πρώτο πλάνο περιέχει και την απόλαυση, είναι εύκολο να απαλλαχτεί από κάθε επιστημονική εμπλοκή και να φαντάζει πως προέρχεται αποκλειστικά από την φαντασιακή πλευρά της ανθρώπινης υπόστασης. Εάν κοιτάξει κανείς από κοντά τα λαϊκά μας τραγούδια θα αντιληφθεί άμεσα το πάθος, τις αναφορές, την ατμόσφαιρα, τον χρόνο, τη μνήμη, τον τόπο και θα διαπιστώσει τη συγκινησιακή φόρτιση. Στην εποχή μας που όλα εξηγούνται και έχουν περάσει από την τρύπα της βελόνας, δεν είναι εύκολο να παραδεχτούμε πως οι μόνες αφετηρίες που συνθέτουν ένα απλό τραγούδι ή –ακόμα περισσότερο- ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο (συμφωνία, ορατόριο, σουίτα, μπαλέτο, κλπ) είναι οι ψυχικές και οι συναισθηματικές. Θα ήθελα να τονίσω πως η σύνθεση, δηλαδή η στιγμή της δημιουργίας, είναι εντελώς επίπονη δράση, γι’ αυτό, σκέφτομαι πως δεν είναι δυνατόν όλος αυτός ο …τοκετός να προέρχεται μόνο από μια άϋλη μάζα.

Με παρασύρουν οι σκέψεις του κου Κολιάτσου που υποστηρίζει πως:

«Οι επιστήμονες σκέφτονται και ποιητικά και αφαιρετικά και με μη αναγωγικούς τρόπους- δηλαδή με σύγχρονες προσεγγίσεις. Και πιστεύω-συνεχίζει ο κος Κολιάτσος- ότι η επιστημονική δημιουργία είναι ένας συνδυασμός, το αποτέλεσμα ενός έντεχνου χειρισμού, απλούστευσης και σύνθεσης. Ακόμα και αν οι ίδιοι δεν το ομολογούμε, ο εγκέφαλός μας συνθέτει εμπειρίες.»

Μου ξεδιπλώνονται μπροστά μου κάποιοι συλλογισμοί που πάντα προσπαθώ να συντάξω για να στοιχειοθετήσω τη λειτουργία της μουσικής σύνθεσης. Πολλές φορές, στο ερώτημα «πώς γράψατε αυτό το μουσικό έργο;» οι μουσικοί απαντούν «μου ήρθε!» Έτσι κοφτά και άγαρμπα, όπως τρως ένα χαστούκι… Ακυρώνουμε άδικα ολόκληρη την λειτουργία μιας «επιστημονικής» ανάλυσης ενός ολόκληρου συστήματος επικοινωνούντων οργάνων του ψυχοσωματικού μας οπλοστασίου, που διαπερνούν σώμα –πνεύμα –μνήμη –βίωμα –ψυχή, εναρμονίζονται, ισορροπούν ή ανισορροπούν και μεταμορφώνονται σε άϋλο μόρφωμα που καταλήγει σε καλλιτεχνικό –πνευματικό προϊόν.

Υποθέτω πως η μουσική δημιουργία είναι πλήρως εξαρτημένη από τη νευρολογία και την ψυχιατρική, επιστήμες, όρους, έννοιες και τομείς που δεν μπορώ να πλησιάσω και να κατανοήσω εύκολα, αλλά γνωρίζω πως κάπου εκεί μέσα, σ’ αυτές τις «χαραμάδες», υποφώσκουν ενέργειες που όλες μαζί συντάσσουν- αθροίζουν τη μουσική δημιουργία. Η ύπαρξη της μουσικής έχει άμεση σχέση με την όσφρηση και την αντιληπτικότητα των συλλογικών αισθήσεων. Όσο ανυποψίαστοι κι αν είμαστε, πριν από τη σύνθεση, πριν από την ερμηνεία ενός μουσικού έργου, πριν από τη μουσική πράξη, ως φαίνεται, ήδη λειτουργούν οι μηχανισμοί της συναίσθησης, δηλαδή η ανάγκη να αντιλαμβανόμαστε «τον άλλον», για τον απλούστατο λόγο της επικοινωνίας του δημιουργήματος. Ο Παπανούτσος το ονόμαζε «ενδιαισθησία». Θεωρούσε  δηλαδή αναγκαία την ικανότητα του ανθρώπου να διεισδύει στον εσωτερικό κόσμο του άλλου, να τον συμμερίζεται, να χαίρεται με τη χαρά του άλλου ή να δημιουργεί στενές σχέσεις. Χωρίς αυτή την ανάγκη δεν υπάρχει κίνητρο για να μπει σε λειτουργία η μουσική πράξη. Ακόμα και οι λαϊκοί δημιουργοί στην περίοδο του ρεμπέτικου (για παράδειγμα) υποσυνείδητα ελάμβαναν σοβαρά υπ’ όψη αυτή την «ενδιαισθησία» αφού εξέφρασαν καίρια ένα μεγάλο μέρος λαϊκών παραδόσεων και –όπως όλοι γνωρίζουν- λειτουργούν διαχρονικά.



Είναι δεδομένο λοιπόν πως η μουσική είναι συναισθηματικό αποτέλεσμα πνευματικών λειτουργιών, θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε την ιστορία. Το ηχητικό φαινόμενο είχε οριστεί από αρχαιοτάτων χρόνων με συγκεκριμένες παλμικές κινήσεις, με το τέντωμα ενός σύρματος. Από τότε άρχισε να ορίζεται μια μαθηματική σχέση και αργότερα να καθορίζεται, η ανάγκη των διαστημάτων, η ανάλυσή τους και η ονομασία των φθόγγων. Παρακολουθώ τους κατασκευές της κιθάρας, έστω από τους χειρώνακτες οργανοποιούς, που στηρίζονται στην επιστήμη των ηχοχρωμάτων και στην ακριβή γεωμετρία του ηχείου, της ταστιέρας, σε συνδυασμό με το τέντωμα των χορδών, τη στεγνότητα και τα κυματιστά νερά των ξύλων, τις κόλλες και τις βαφές, την εσωτερική τοποθέτηση των ενισχύσεων και άλλα πολλά. Ακόμα και οι χειρώνακτες, στηρίζονται (από την συσσωρευμένη εμπειρία αιώνων) στην επιστήμη που έχει αναλύσει τις ηχητικές πηγές των μουσικών οργάνων. Η κρούση ενός γκονγκ παράγει ένα άκουσμα, όχι όμως μια μόνο νότα. Μέσα απ’ αυτό το άκουσμα που αθροιστικά προσδιορίζεται σε μια νότα, ενυπάρχουν δεκάδες ή και εκατοντάδες άλλες νότες, συχνότητες και συμπαθητικοί παρελκόμενοι ήχοι. Η επιστήμη της μουσικής έχει προ πολλού ανακαλύψει αυτούς τους παραγόμενους ήχους. Η δομή της μουσικής αρμονίας έχει καθορίσει στο να ξεχωρίζονται οι εποχές με χαρακτηριστικά που έχουν πολιτογραφηθεί μέσα στο χρόνο. Η πολυπλοκότητα των αρμονιών, στη σημερινή εποχή των προσμίξεων των διαφορετικών μουσικών ειδών (τζαζ- κλασικισμός- μπαρόκ- αρς νόβα- παραδοσιακές μουσικές αφρικανικών και ασιατικών εθνοτήτων, η επί δεκαετίες παγκοσμιοποίηση της μουσικής επικοινωνίας, καθώς και η αναπτυσσόμενη τεχνολογική εξέλιξη έχει κάνει ώστε οι κανόνες και οι νόμοι της αρμονίας να έχουν ανατραπεί ιστορικά από την ανάγκη των δημιουργών για ανανέωση της φόρμας και του περιεχομένου της.

Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, η επί έναν ολόκληρο αιώνα ονομαζόμενη «πειραματική μουσική» στόχευσε σε παραγωγή νέων ήχων και ανατροπή της παλαιότερης ηχητικής εμπειρίας. Οι σχολές αυτού του πάντοτε μικρού ρεύματος που στόχευε στη μουσική ανατροπή, στηρίχτηκε σε μια -ως επί τω πλείστον- ε π ι σ τ η μ ο ν ι κ ή παραγωγή του ήχου, αφού ήταν εξαρτημένη από μηχανικά μέσα (ηλεκτρονικούς επεξεργαστές και μηχανές ηχητικής παραγωγής και οργάνωσης της μουσικής σκέψης).

Θεωρώ πως ολόκληρο εκείνο το κεντροευρωπαϊκό μουσικό και πνευματικό κίνημα του 20ου αιώνα, έχασε την επικοινωνία του με τον πολύ κόσμο, γιατί, στις περισσότερες των περιπτώσεων, παραχωρήθηκε περισσότερος χώρος στην τότε μηχανική –επιστημονική επανάσταση των μέσων ηχητικής παραγωγής και λιγότερο στην ανθρώπινη έμπνευση και δημιουργία…

Ίσως και αυτό να είναι το ουσιαστικό ενός προβληματισμού που να αφορά τη σχέση μουσικής και επιστήμης. Η μουσική, ως τέχνη του συναισθήματος- της «συνδιαισθησίας», καλό θα ήταν να παραμείνει στο προσωπικό βλέμμα του δημιουργού προς τον έξω κόσμο και να είναι το κυρίαρχο ζητούμενο. Το «επιστημονικό κομμάτι» όμως να είναι τέτοιο που να μη παρασύρει τον δημιουργό σε λύσεις «εύκολης διεκπεραίωσης» που μπορεί η μηχανική επιστήμη να του παρέχει  με ευκολία…

Μένει το τι θα πάρει ο καθείς.

Το όλο θέμα έχει να κάνει με τον δημιουργό. Η άρνησή του προς τις επιστημονικές κατακτήσεις, θα είναι ένας άκρατος δογματισμός. Η άνευ όρων υποταγή του προς αυτές, θα ήταν μια πνευματική αγκύλωση…

 

Νότης Μαυρουδής
(9/10/2009)

(Το κείμενο με τον τίτλο: ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ, του Νότη Μαυρουδή, διαβάστηκε στο Συνέδριο «3ο Επισημονικό Συμπόσιο ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ» το Σάββατο, στις 10/10/2009, στην αίθουσα του «Χαροκόπειου Πανεπιστημίου» στην Καλλιθέα, οργανωμένου από την ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ)