Οι φωτιές της Πελοποννήσου (της Εύβοιας, της Πάρνηθας, της Πεντέλης, του Πηλίου, του Γράμμου, του, του…) μας ώθησαν (δικαιολογημένα) σε μια εθνική κατάθλιψη που όμοιά της είχαμε να αισθανθούμε από την Γερμανική κατοχή και τον Εμφύλιο! Δεν είχα ξεκινήσει ακόμα κι εγώ τη ζωή μου αλλά από το ’45 κι έπειτα, όσο μεγάλωνα και άρχισα να συναισθάνομαι, αντιλαμβανόμουνα γύρω μου διάφορους ψυχικά ασθενείς, ανάπηρους με ένα πόδι, με ένα χέρι, τυφλούς όχι εκ γενετής, επιληπτικούς, αλκοολικούς, σακατεμένους, πεινασμένους, μια κοινωνία που θαρρείς και χρωστούσε ακριβά γραμμάτια στο Θεό! Ο πόλεμος και οι δύο Εμφύλιοι σπαραγμοί, με τις εξορίες, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα συμπαραμαρτούντα, είχαν φτιάξει ένα ζοφερό κλίμα σε κάθε χωριό, πόλη, συνοικία, γειτονιά. Ο φόβος ήταν παντού…
Έτσι ξεκίνησα εγώ και η γενιά μου τη ζωή. Μέσα σε ένα σκοτεινό τοπίο που οι γενιές των γονιών μου πεισματικά και με θυσίες προσπαθούσαν να το αλλάξουν, να το φωτίσουν και να φτιάξουν συνθήκες για μια ζωή καλύτερη, δημιουργικότερη. Συγχωρήστε μου αυτή την επιστροφή στον παρελθόντα χρόνο, τώρα που θέλω να αναφερθώ στον παρόντα… Αυτή τη φορά, οι τηλεοράσεις, δεν έδειχναν την «εικονική πραγματικότητα» που συνήθως προβάλουν και μας θυμώνουν. Αλίμονο, έδειχναν τον απόλυτο - απίστευτο ρεαλισμό που εξελίσσονταν ταυτόχρονα στην ίδια τη ζωή…
Σκεφτόμουν πως θα πρέπει να κοιτάζω διαρκώς την οθόνη που θαρρείς και έβγαζε η ίδια φωτιές. Να μην αποστρέφω το βλέμμα από φόβο και τρόμο! Το θέαμα αυτό ήταν και …δικό μου. Της ζωής που ξεκίνησε με τις συμφορές του πολέμου που δεν έζησα, του εμφυλίου όταν ήμουν μωράκι. Ξαφνικά ένιωσα σαν να επιστρέφω σε ένα …μέλλον, το ίδιο ζοφερό, σε μια χώρα που έχει καταληφθεί από παντού, από έναν αόρατο (σε πρώτο πλάνο) εχθρό! «Εάλω η Πόλις» ήταν η κραυγή απόγνωσης και απελπισίας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης την ημέρα που κατελήφθη από τους Τούρκους. και αυτή η φράση έμεινε ως στίγμα αναφοράς σε κείνα τα ιστορικά γεγονότα. Οι φωτιές του (ιστορικού πλέον) Αυγούστου του 2007, μου θυμίζουν εκείνη την ιστορική κραυγή και την παραφράζω: «Εάλω η χώρα» λοιπόν! Που θα σηματοδοτήσει (όλοι το γνωρίζουμε) την οπισθοδρόμηση σε κάθε τι. Ο χρόνος τινάχτηκε στον αέρα. Ανυπολόγιστες οικονομικές επιπτώσεις, το οικοσύστημα σε αναστάτωση και πλήρη απορύθμιση, ψυχολογική κατάπτωση, μετακινήσεις πληθυσμών προς τις πόλεις (δηλαδή ολοκληρωτική εξόντωση της ζωής των χωριών), 2.600,000 (!!!) στρέμματα γης καμένα, επιπτώσεις στη διάθεση για ζωή όσων επλήγησαν και των συγγενών τους…
Μα, δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος να κάνω τον απολογισμό μιας εθνικής καταστροφής. Εκείνο που καλούμαι να κάνω μέσα από τις σελίδες της «Φλύα» είναι να δηλώσω την οργή μου, καθώς και τον τρόμο μου στη θέα μιας αχαλίνωτης τσετσιπωσιάς πολιτικού επιπέδου, με Βουλγαράκηδες, Πολύδωρες, Πρωθυπουργούς και παντός είδους επικίνδυνους σφουγκοκολάριους τεχνοκράτες που εμπαίζουν το πόπολο, ανακαλύπτοντας ξαφνικά πως τα ταμεία έχουν για να δώσουν ζεστό χρήμα, μετά όμως από την καταστροφή, μοιράζοντας αφειδώς επιταγές και τροχόσπιτα, φαγητό και οικοσκευές για τις νέες τάξεις των νεόπτωχων, αφού, όπως γνωρίζουμε από παλιά, στον βωμό των εκλογών δεν πρέπει να χαθούν ψηφοφόροι…
Τα καμένα χωριά είναι η εικόνα της εκσυγχρονιστικής μας ταυτότητας, μιας εν υπνώσει εθνικής ευμάρειας των ολίγων, μιας παντελούς ασυνείδητης και ανεύθυνης διακυβέρνησης που αδυνατεί να προστατεύσει, από τα στοιχειώδη, έως τα μεγαλειώδη. Από τα μικρά χωριουδάκια μέχρι τους αρχαιολογικούς τόπους και λίκνα του πολιτισμού! Ντροπή, είναι η λέξη που αυθόρμητα ξεστομίζω, αλλά μου ‘ρχεται στο νου και η φράση που είπε εκείνος ο παλαιός πολιτικός, πως: «οι λαοί είναι υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις τους», ή το παρεμφερές: «Η κάθε κυβέρνηση είναι ο καθρέφτης του λαού της»…
Αυτό το φλεγόμενο τοπίο, αυτή η οδύνη των άμοιρων του καμένου τόπου, θα συγκατοικήσει στη μνήμη μου την παλαιά, δίπλα στο κατεστραμμένο μετεμφυλιακό τοπίο του ξεκινήματος της ζωής μου. Εικόνες που πίστευα –ο αφελής –πως θα ανήκουν σε μια «άλλη» ζωή ενός παρελθόντος που είχε κλειδώσει οριστικά. Φευ…

